Γιώργος Μαζωνάκης: Ο 15χρονος που δεν δεχόταν το «όχι» και έγινε ο Μαζώ που όλοι αγάπησαμε

Ο Γιώργος Μαζωνάκης έχτισε την καριέρα του ακολουθώντας το ένστικτό του, ακόμη κι όταν οι επιλογές του ξένιζαν. Με φωνή βαθιά συνδεδεμένη με το λαϊκό τραγούδι, ιδιαίτερη σκηνική παρουσία και διάθεση να δοκιμάζει διαφορετικούς μουσικούς δρόμους, κατάφερε να αποκτήσει μια ταυτότητα που αναγνωριζόταν αμέσως.

Ο τραγουδιστής πέθανε το μεσημέρι της Τετάρτης, σε ηλικία 54 ετών, λίγες ημέρες πριν από την προγραμματισμένη συναυλία στην Τεχνόπολη για τα 33 χρόνια της δισκογραφικής του πορείας. Η εμφάνιση θα αποτελούσε μια συνάντηση με το κοινό που τον ακολούθησε από τις πρώτες επιτυχίες μέχρι την καθιέρωσή του ανάμεσα στα μεγάλα ονόματα της ελληνικής μουσικής.

Πίσω από αυτή τη διαδρομή υπήρχαν χρόνια δουλειάς σε μικρά μαγαζιά, απογοητεύσεις, συνεργασίες που άλλαξαν την πορεία του και μια επιμονή που είχε εκδηλωθεί πολύ πριν αποκτήσει το πρώτο του μικρόφωνο.

Μια φωνή που δεν περιορίστηκε σε ένα ύφος

Η σχέση του Μαζωνάκη με το λαϊκό τραγούδι παρέμεινε σταθερή, χωρίς να τον εμποδίζει να πειραματίζεται. Μπορούσε να στηρίξει ένα βαρύ ζεϊμπέκικο και, την ίδια στιγμή, να συνεργαστεί με τους Goin’ Through, να δοκιμάσει διαφορετικούς ήχους και να προσεγγίσει ακροατές που δεν ανήκαν στο συνηθισμένο κοινό των νυχτερινών κέντρων.

Το «Θέλω να γυρίσω» ήταν χαρακτηριστικό αυτής της διάθεσης. Η συνάντησή του με τους Goin’ Through άνοιξε ακόμη περισσότερο το ακροατήριό του και μεταφέρθηκε από τη δισκογραφία στις συναυλίες.

Ακολούθησε η συνεργασία με τον Σταμάτη Κραουνάκη για την ταινία «Βαρέθηκα να σκοτώνω τους αγαπητικούς σου», το 2002. Μέσα από αυτή προέκυψε το «Ξημερώνει πάλι», ένα τραγούδι που συνδέθηκε στενά με τη φωνή του.

Έναν χρόνο αργότερα, η συνεργασία με τον Φοίβο και ο δίσκος «Σάββατο» έδωσαν νέα ώθηση στην καριέρα του. Το «Gucci φόρεμα» έγινε μεγάλη επιτυχία, οι εμφανίσεις του στο «Γκάζι» προσέλκυαν πλήθος κόσμου και η απήχησή του ξεπερνούσε πλέον τα όρια του λαϊκού προγράμματος.

Στο κοινό του βρίσκονταν και καλλιτέχνιδες όπως η Ελευθερία Αρβανιτάκη και η Δήμητρα Γαλάνη, που τον παρακολουθούσαν και τραγουδούσαν μαζί του. Η ζωντανή ηχογράφηση «Μαζωνάκης Live» αποτύπωσε αυτή την περίοδο, ενώ μέσα από τις ερμηνείες του γνώρισαν νέα δημοφιλία τραγούδια όπως το «Σε έχω κάνει Θεό», που είχε ερμηνεύσει πρώτη η Κατερίνα Στανίση.

Για να φτάσει, όμως, σε εκείνες τις βραδιές, είχε προηγηθεί μια μακρά μαθητεία μακριά από τα μεγάλα αθηναϊκά σχήματα.

Το παιδί που είχε ήδη αποφασίσει

Μεγαλώνοντας στη Νίκαια, ο Γιώργος Μαζωνάκης έδειχνε από μικρός ότι τα ενδιαφέροντά του βρίσκονταν στη μουσική και στο θέατρο. Το ποδόσφαιρο, παρότι κυριαρχούσε στις παρέες της γειτονιάς, δεν τον συγκινούσε. Αντίθετα, οι φωνές του Στέλιου Καζαντζίδη και του Στράτου Διονυσίου τού προκαλούσαν συναισθήματα που αργότερα θα αναζητούσε και ο ίδιος στην ερμηνεία.

Από την ηλικία των πέντε ετών, όταν τον ρωτούσαν τι ήθελε να γίνει, απαντούσε ηθοποιός ή τραγουδιστής. Στα μαθητικά του χρόνια βρήκε αρχικά διέξοδο στις θεατρικές παραστάσεις.

Στο πολυκλαδικό λύκειο του Αιγάλεω συμμετείχε σε παραστάσεις που παρουσιάζονταν στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά, με την καθοδήγηση του ηθοποιού Γιώργου Τσιμπή. Η επαφή με τη σκηνή τον ενθουσίαζε και του έδινε τη δυνατότητα να εκφράζεται πέρα από την καθημερινότητα του σχολείου.

Παράλληλα, αναζητούσε επιβεβαίωση ότι μπορούσε να τραγουδήσει επαγγελματικά. Μέσω της Νέλλης Γκίνη, με την οποία υπήρχε οικογενειακή σύνδεση, έφτασε στη δασκάλα φωνητικής Άννα Διαμαντοπούλου. Στην ακρόαση πήγε με τους γονείς του και έναν φίλο του πιανίστα, ώστε να έχει εξασφαλισμένη τη συνοδεία του.

Η Διαμαντοπούλου αναγνώρισε τις δυνατότητές του και ανέλαβε να τον διδάξει. Για τον νεαρό Μαζωνάκη, ήταν ένα ακόμη βήμα προς αυτό που είχε ήδη επιλέξει.

Η επιμονή έξω από ένα μικρό μαγαζί

Το πρώτο επαγγελματικό βήμα συνδέθηκε με ένα νυχτερινό κατάστημα κοντά στο σπίτι του, το «Μουσικό Ρετιρέ». Περνώντας απ’ έξω, παρατηρούσε τα φώτα και φανταζόταν τον εαυτό του να τραγουδά εκεί.

Όταν βρέθηκε στο μαγαζί μαζί με μια νεαρή θεία του και ζήτησε να εμφανιστεί, ο ιδιοκτήτης δεν πήρε στα σοβαρά τον δεκαπεντάχρονο. Η αρχική απόρριψη, ωστόσο, δεν τον απομάκρυνε. Επέστρεφε και επέμενε μέχρι να εξασφαλίσει μια ευκαιρία.

Λίγο μετά την Πρωτοχρονιά του 1987 ανέβηκε τελικά στο πάλκο. Για την πρώτη εκείνη εμφάνιση είχαν συγκεντρωθεί συγγενείς του, τους οποίους προσφωνούσε από το μικρόφωνο. Η βραδιά καταγράφηκε σε κασέτα, διατηρώντας ένα οικογενειακό τεκμήριο από την αρχή της πορείας του.

Την ίδια αυτοπεποίθηση είχε δείξει και όταν επισκέφθηκε τη Μαρινέλλα στο καμαρίνι της, μετά από εμφάνισή της στο «Rex». Παρότι ήταν ακόμη έφηβος, της παρουσιάστηκε ως συνάδελφος, προκαλώντας το γέλιο και τις ευχές της.

Στο «Μουσικό Ρετιρέ» παρέμεινε περίπου πέντε μήνες. Έπειτα ακολούθησε άλλο μαγαζί στον Πειραιά και στη συνέχεια άρχισαν οι εμφανίσεις στην περιφέρεια.

Η Πάτρα έγινε το σημείο καμπής

Η Καβάλα, η Αλεξανδρούπολη και η Ρόδος ήταν μερικοί από τους σταθμούς εκείνης της περιόδου. Ο ίδιος αντιμετώπιζε τη δουλειά στην επαρχία ως ουσιαστική εκπαίδευση: είχε χρόνο να τραγουδήσει, να δοκιμαστεί και να αποκτήσει επαφή με διαφορετικά ακροατήρια.

Το 1989 βρέθηκε στην Πάτρα για μια συνεργασία που αρχικά προοριζόταν να διαρκέσει μία σεζόν. Τελικά έμεινε τρία χρόνια.

Η αρχή στο «Zoom», όπου εμφανιζόταν με τη Νέλλη Γκίνη, δεν προμήνυε την εξέλιξη. Η αντίδραση του κοινού την πρώτη βραδιά τον απογοήτευσε τόσο, ώστε σκέφτηκε να φύγει. Ο επιχειρηματίας Νίκος Μπούφης τον έπεισε να παραμείνει και η ανταπόκριση άλλαξε γρήγορα.

Στα χρόνια που ακολούθησαν εμφανίστηκε σε κέντρα όπως η «Ουτοπία», η «Παριζιάνα» και ο «Φάρος», αποκτώντας σταθερό κοινό. Η Πάτρα τού πρόσφερε επαγγελματική αναγνώριση πριν ακόμη κυκλοφορήσει τον πρώτο του δίσκο.

Η φήμη του άρχισε να φτάνει στην Αθήνα. Ο Τάκης Ζαχαράτος και ο Μιχάλης Ασλάνης ήταν ανάμεσα στους ανθρώπους που μιλούσαν για τον νεαρό τραγουδιστή. Ο Ασλάνης ήταν επίσης εκείνος που παρακίνησε τον Νίκο Μουρατίδη, τότε στέλεχος της Polygram, να τον παρακολουθήσει.

Το συμβόλαιο που παραλίγο να μείνει ανυπόγραφο

Η γνωριμία με τον Μουρατίδη άνοιξε τον δρόμο προς τη δισκογραφία. Ακολούθησε η επίσκεψη του παραγωγού Γιώργου Μακράκη στην Πάτρα, ο οποίος διέκρινε τις προοπτικές του και του πρότεινε να ηχογραφήσει.

Ο Μαζωνάκης ξεκαθάρισε ότι δεν είχε χρήματα για να χρηματοδοτήσει την παραγωγή. Όταν πληροφορήθηκε ότι το κόστος θα αναλάμβανε η εταιρεία, βρέθηκε μπροστά στην ευκαιρία που επιθυμούσε.

Την ώρα της υπογραφής, όμως, δίστασε. Επικαλέστηκε την ανάγκη να εξετάσει το συμβόλαιο δικηγόρος, παρότι εκείνη την περίοδο δεν είχε νομικό εκπρόσωπο, και επέστρεψε στην Πάτρα χωρίς να ολοκληρώσει τη συμφωνία. Χρειάστηκε η παρέμβαση του Μουρατίδη για να γυρίσει στην Αθήνα και να υπογράψει.

Το πρώτο άλμπουμ κυκλοφόρησε το 1993, χωρίς την ανταπόκριση που περίμενε. Η συνέχεια έφερε την αναγνώριση, με τραγούδια όπως το «Μη μου ζητάς» και το «Ανήκω σε μένα».

Ακολούθησαν συνεργασίες, συνεχείς εμφανίσεις και προσωπική προσπάθεια για την προώθηση της δουλειάς του. Στο «Caravan» συνεργάστηκε με τον Στέλιο Ρόκκο, τον Τάκη Ζαχαράτο και τον Λευτέρη Παϊτέρη, σε μια σεζόν που διήρκεσε εννέα μήνες. Την ίδια περίοδο επισκεπτόταν ραδιοφωνικούς σταθμούς και τηλεοπτικά κανάλια για να παρουσιάσει τα τραγούδια του.

Η διακοπή της θητείας και οι δύσκολες περίοδοι

Τον Ιούνιο του 1996 η στρατιωτική θητεία διέκοψε την επαγγελματική του δραστηριότητα. Παρουσιάστηκε στην Κόρινθο, πέρασε από τη Σπάρτη και μετατέθηκε στο Πετροχώρι της Ξάνθης.

Η προσαρμογή ήταν δύσκολη. Η συμβίωση στον θάλαμο, η απόσταση από τους ανθρώπους του και κυρίως η απουσία της μουσικής τον επιβάρυναν. Η αναγνωρισιμότητά του τον ακολουθούσε ακόμη και στην αναφορά, όπου συνάδελφοί του συνέδεαν αστειευόμενοι το όνομά του με το «Bio-Bio», στο οποίο εμφανιζόταν πριν καταταγεί.

Μετά την απόλυσή του, το 1998, ακολούθησαν αλλαγές στην επαγγελματική του ζωή, μεταξύ των οποίων η ολοκλήρωση της συνεργασίας με τον Μουρατίδη.

Το δημοσίευμα αναφέρεται επίσης στη σύλληψή του το καλοκαίρι του 2000 για μικροποσότητα κάνναβης και ένα αγχολυτικό χάπι, καθώς και στην ποινή φυλάκισης τριών μηνών με αναστολή που ακολούθησε. Ο ίδιος είχε περιγράψει την εμπειρία της κράτησης ως ιδιαίτερα επώδυνη.

Η προσωπική του ζωή παρέμενε, πάντως, ένα πεδίο για το οποίο επέλεγε να μιλά περιορισμένα. Διατηρούσε έναν στενό κύκλο εμπιστοσύνης και προστάτευε τον ιδιωτικό του χώρο, ακόμη κι όταν το ενδιαφέρον γύρω από το πρόσωπό του μεγάλωνε.

@olanewscy #Γιωργοςμαζωνακης #ελληνικατραγουδια #Μουσική #Ελληνεςτραγουδιστες ♬ πρωτότυπος ήχος – Olanewscy.com

Η σκηνική παρουσία που έγινε υπογραφή

Η συνέχεια της καριέρας του έφερε τραγούδια όπως το «Φεύγω για μένα» και το «Το λάθος μου το τελευταίο», τον δίσκο «Τα όχι και τα ναι μου», συνεργασίες με δημιουργούς όπως ο Τάκης Μπουγάς, ο Φοίβος και ο Γιώργος Σαμπάνης, αλλά και επιτυχίες όπως το «Ώρες μικρές».

Στη σκηνή, η ερμηνεία συνδυαζόταν με μια προσεγμένη και συχνά απρόβλεπτη εικόνα. Τα ρούχα, οι κινήσεις, ο τρόπος που κρατούσε το μικρόφωνο και η επικοινωνία με τους μουσικούς του αποτελούσαν μέρη της ίδιας παρουσίας.

Δεν χρειαζόταν να παραμένει αποκλειστικά στο δικό του ρεπερτόριο για να κρατά το ενδιαφέρον. Έδινε χώρο σε παλαιότερα λαϊκά τραγούδια και τα ενέτασσε στο πρόγραμμά του με τρόπο που τα συνέδεε με το νεότερο κοινό του.

Τα τελευταία χρόνια, σύμφωνα με το δημοσίευμα, σημαδεύτηκαν από την οικογενειακή αντιπαράθεση και την ακούσια νοσηλεία του στο Δρομοκαΐτειο. Πρόκειται για μια δύσκολη πλευρά της προσωπικής του διαδρομής, που βρέθηκε έντονα στη δημοσιότητα.

Η συναυλία για τα 33 χρόνια του στη δισκογραφία επρόκειτο να στρέψει ξανά την προσοχή στη μουσική. Στα τραγούδια με τα οποία μεγάλωσε το κοινό του και σε εκείνη τη σχέση που ξεκίνησε από ένα μικρό πάλκο στη Νίκαια, όταν ένας δεκαπεντάχρονος επέμενε να του επιτρέψουν να τραγουδήσει.

Golden Touch Massage by beauty and therapy salonspot_img

Top News

Γιώργος Μαζωνάκης: Τα μισά τραγούδια στο ελληνικό Top 50 του Spotify είναι δικά του

Τα τραγούδια του Γιώργου Μαζωνάκη βρίσκονται ξανά στο επίκεντρο...

Οι Πλάτρες ετοιμάζουν ένα ξεχωριστό διήμερο γεμάτο σοκολάτα

Αν ψάχνεις αφορμή για μια φθινοπωρινή απόδραση στο βουνό,...