Το Akkermansia muciniphila είναι ένα από τα «καλά» βακτήρια που υπάρχει σε αφθονία στο προστατευτικό στρώμα βλέννας που καλύπτει το εντερικό τοίχωμα. Τα τελευταία χρόνια έχει προσελκύσει το ενδιαφέρον των επιστημόνων, καθώς συνδέεται με καλύτερη μεταβολική υγεία και χαμηλότερο κίνδυνο εμφάνισης παθήσεων όπως ο διαβήτης τύπου 2.
Προηγούμενες μελέτες έχουν δείξει ότι τα άτομα με υψηλότερα επίπεδα του συγκεκριμένου βακτηρίου παρουσιάζουν καλύτερο έλεγχο του σακχάρου στο αίμα και πιο υγιές μεταβολικό προφίλ. Αντίθετα, χαμηλότερα επίπεδά του έχουν παρατηρηθεί σε άτομα με παχυσαρκία και διαβήτη τύπου 2.
Τι έδειξε η πρόσφατη μελέτη;
Στη νέα μελέτη συμμετείχαν 90 υπέρβαροι ή παχύσαρκοι ενήλικες. Αρχικά ακολούθησαν για οκτώ εβδομάδες ένα πρόγραμμα πολύ χαμηλής θερμιδικής πρόσληψης, βασισμένο σε υποκατάστατα γευμάτων, με συνολική ενεργειακή πρόσληψη 800-900 θερμίδων ημερησίως.
Όσοι κατάφεραν να χάσουν τουλάχιστον το 8% του σωματικού τους βάρους χωρίστηκαν στη συνέχεια τυχαία σε δύο ομάδες. Η πρώτη έλαβε καθημερινά συμπλήρωμα που περιείχε παστεριωμένο Akkermansia muciniphila, ενώ η δεύτερη έλαβε εικονικό φάρμακο (placebo) για διάστημα 24 εβδομάδων. Παράλληλα, όλοι οι συμμετέχοντες ακολούθησαν υγιεινή διατροφή σύμφωνα με τις ολλανδικές διατροφικές οδηγίες, χωρίς συγκεκριμένους περιορισμούς στην ποσότητα τροφής που μπορούσαν να καταναλώσουν.
«Η έρευνα δεν χρησιμοποίησε ζωντανά βακτήρια, αλλά μια παστεριωμένη μορφή τους, δηλαδή βακτήρια που είχαν υποστεί θερμική επεξεργασία και δεν ήταν πλέον ζωντανά. Αυτό μπορεί να ακούγεται αντιφατικό, αλλά προηγούμενες έρευνες υποδηλώνουν ότι ορισμένα από τα ευεργετικά αποτελέσματα των προβιοτικών, συμπεριλαμβανομένου του Akkermansia muciniphila, προέρχονται από συστατικά του βακτηριακού κυττάρου και όχι από τα ζωντανά μικρόβια. Η παστερίωση μάλιστα ενδέχεται να ενισχύει τις επιδράσεις του μικροοργανισμού» εξηγεί η ειδικός σχετικά με τη δράση των συμπληρωμάτων.
Θετικά τα αποτελέσματα
Τα αποτελέσματα ήταν ενθαρρυντικά. Οι συμμετέχοντες που έλαβαν το συμπλήρωμα με Akkermansia muciniphila ανέκτησαν σημαντικά λιγότερο βάρος σε σύγκριση με την ομάδα placebo. Συγκεκριμένα, κατά μέσο όρο επανέκτησαν περίπου 1,2 κιλά, έναντι 3,2 κιλών στην ομάδα ελέγχου. «Αυτό υποδηλώνει ότι το συμπλήρωμα επιβράδυνε, αλλά δεν απέτρεψε πλήρως, την ανάκτηση βάρους μετά την αρχική απώλεια βάρους» σχολιάζει η ειδικός.
Παράλληλα, οι ερευνητές κατέγραψαν βελτιώσεις σε ορισμένους καρδιομεταβολικούς δείκτες, μεταξύ των οποίων και η ευαισθησία στην ινσουλίνη, στοιχείο που υποδηλώνει καλύτερη μεταβολική λειτουργία.
Παρά τα θετικά αποτελέσματα, η καθηγήτρια επισημαίνει ότι η μελέτη ήταν σχετικά μικρή και διήρκεσε μόλις έξι μήνες μετά την αρχική απώλεια βάρους. Επομένως, παραμένει άγνωστο αν τα οφέλη μπορούν να διατηρηθούν σε βάθος χρόνου. Επιπλέον, οι συμμετέχοντες λάμβαναν παράλληλα συστηματική υποστήριξη από διαιτολόγους και ακολουθούσαν συγκεκριμένο διατροφικό πρόγραμμα. Ως εκ τούτου, το βακτήριο δεν δοκιμάστηκε ανεξάρτητα από τις αλλαγές στον τρόπο ζωής και δεν μπορεί να θεωρηθεί υποκατάστατο μιας ισορροπημένης διατροφής και της άσκησης.
«Το μικροβίωμα κάθε ανθρώπου είναι μοναδικό. Αυτό σημαίνει ότι μια παρέμβαση που λειτουργεί αποτελεσματικά για κάποιον μπορεί να έχει περιορισμένο όφελος για κάποιον άλλο» σημειώνει. «Η κατανόησή μας για αυτό εξακολουθεί να εξελίσσεται. Η μέχρι στιγμής έρευνα δείχνει ότι παίζει βασικό ρόλο στον μεταβολισμό και την ανοσία, πράγμα που σημαίνει ότι μπορεί να επηρεάσει τόσο την υγεία όσο και την ανάπτυξη ασθενειών» συμπληρώνει.
Μπορούμε να αυξήσουμε φυσικά το βακτήριο;
Η καθηγήτρια αναφέρει ότι ορισμένες διατροφικές συνήθειες φαίνεται να ευνοούν την ανάπτυξη του Akkermansia muciniphila χωρίς τη χρήση συμπληρωμάτων. Μια διατροφή πλούσια σε φυτικές ίνες, ιδιαίτερα πρεβιοτικές ίνες που «θρέφουν» τα ωφέλιμα βακτήρια του εντέρου, μπορεί να δημιουργήσει το κατάλληλο περιβάλλον για την ανάπτυξή του. Τέτοιες ίνες περιέχονται σε τρόφιμα όπως το κρεμμύδι, το σκόρδο, τα πράσα, τα σπαράγγια και τα δημητριακά ολικής άλεσης. Αντίστοιχα, τρόφιμα πλούσια σε πολυφαινόλες, όπως τα μούρα και τα σταφύλια, φαίνεται επίσης να συμβάλλουν στην ενίσχυση των πληθυσμών του συγκεκριμένου βακτηρίου.
Τα ευρήματα της νέας μελέτης ενισχύουν τη διαρκώς αυξανόμενη επιστημονική πεποίθηση ότι το σωματικό βάρος δεν εξαρτάται αποκλειστικά από τη θέληση ή τις θερμίδες, αλλά από μια σύνθετη αλληλεπίδραση βιολογικών, περιβαλλοντικών και συμπεριφορικών παραγόντων. Παράλληλα, αναδεικνύουν τον ολοένα σημαντικότερο ρόλο του εντερικού μικροβιώματος στη ρύθμιση του μεταβολισμού και της συνολικής υγείας, καταλήγει.
Πηγή: Ygeiamou.gr


