Στις 15 Οκτωβρίου 1940, ο Τσάρλι Τσάπλιν παρουσίασε στη Νέα Υόρκη τον «Μεγάλο Δικτάτορα». Ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος βρισκόταν ήδη σε εξέλιξη και ο δημιουργός που είχε συνδεθεί με τον βωβό κινηματογράφο επέλεγε να χρησιμοποιήσει τη σάτιρα εναντίον του Χίτλερ και του ναζισμού.
Ογδόντα έξι χρόνια αργότερα, η επέτειος της πρεμιέρας προσφέρει την ευκαιρία να επιστρέψουμε σε μια ταινία που συνδύασε την κωμωδία με μια ξεκάθαρη πολιτική παρέμβαση.
Ένας δημιουργός, δύο αντίθετοι ρόλοι
Ο Τσάπλιν υποδύεται τόσο έναν Εβραίο κουρέα όσο και τον δικτάτορα Χίνκελ, ηγέτη της φανταστικής Τομανίας. Η ομοιότητα των δύο προσώπων γίνεται βασικό εργαλείο της ιστορίας, ενώ οι ζωές τους βρίσκονται σε αντίθετες πλευρές της εξουσίας.
Ο κουρέας επιστρέφει έπειτα από χρόνια νοσηλείας σε έναν κόσμο που έχει αλλάξει. Ο ίδιος και η εβραϊκή κοινότητα αντιμετωπίζουν διώξεις από το καθεστώς του Χίνκελ. Μέσα από αυτό το πλαίσιο, η ταινία γελοιοποιεί τον αυταρχισμό και παρουσιάζει τις συνέπειές του για τους ανθρώπους που στοχοποιεί.
Η στιγμή που η σάτιρα γίνεται ομιλία
Στο τέλος, ο κουρέας, τον οποίο έχουν περάσει για τον δικτάτορα, απευθύνει μια έκκληση για ειρήνη, ελευθερία και ανθρώπινη αλληλεγγύη.
Σύμφωνα με το επίσημο αρχείο του Τσάπλιν, ο δημιουργός αφιέρωσε μήνες στη συγγραφή και στις επανεγγραφές της ομιλίας. Η επιλογή προκάλεσε διαφορετικές αντιδράσεις: Κάποιοι τη θεώρησαν περιττή για την ταινία, ενώ άλλοι βρήκαν το μήνυμά της εμψυχωτικό.
Μια πρεμιέρα σε δύο αίθουσες
Το ενδιαφέρον για την πρώτη προβολή στη Νέα Υόρκη ήταν τέτοιο, ώστε χρησιμοποιήθηκαν δύο γειτονικοί κινηματογράφοι, το Capitol και το Astor. Η πρεμιέρα του 1940 αποτελεί έτσι ένα ιδιαίτερο κεφάλαιο στην ιστορία των ταινιών του Τσάπλιν.
Ο «Μεγάλος Δικτάτορας» ήταν και η πρώτη ταινία του με διαλόγους. Η φωνή που προστέθηκε στην εικόνα χρησιμοποιήθηκε για να δώσει στον θεατή ένα άμεσο μήνυμα απέναντι στον πόλεμο και τη δικτατορία.



